Thursday, October 21, 2021

Thierry Mugler Alien Goddess: fragrance review

The Thierry Mugler news announcement for Alien Goddess, the latest fragrance in the Alien collection, was met with more eyebrows raised on the choice of Willow Smith, daughter of Hollywood actors Will Smith and Jada Pinkett Smith, than the anticipation for the next chapter in the beste-selling Alien saga by Thierry Mugler. The brand admitted they targeted Generation Z — a younger population yet to meet Mugler as a brand — with their choice. She was asked "to embody this new vision of femininity that is strong, powerful, inclusive, and edgy," as reported by the brand. Nevertheless, smelling the new fragrance and seeing the visuals, I see nothing strong (it's much weaker than usual Mugler fare, which are dynamite), nor powerful, nor edgy.

The expectation of a very impressive fragrance is rather lost on us, although the formula smells OK. I'm sure it will gather compliments; unlike Aura, Mugler's previous pillar launch, which is so divisive that people either love it with a passion or hate its oddly green, sweet tentacles. Alien is also met with opinionated detractors and fervent fans alike. 

The composition based on the ever popular "tropical, sunscreen lotion smelling perfume accord" is built on flowers like tiare gardenia (which contains esters giving a fruity nuance) and possibly a bit of frangipani/plumeria, with the crucial bit being a hint of lactonic perfume notes like coconut (γ-decalactone) or better yet, the effect of coconut milk (Guerlain's Coconut Fizz is spectacular in this one). And this whole notion bears as little relation to Mugler as possible. His Amazons do not sunbathe. They're in the desert of an alien planet.

Mugler's  Alien Goddess is faring better in that tropical department, as it's not at all stifling and stuffy, as some of its category are. It's actually pretty delicate, maybe too delicate, fresh like pineapple slices, and balanced in the sugary department, especially for a representative of Thierry's collection of mega-bombs. I suppose L'Oreal has been somewhat diluting the density, adjusting the standards with the rest of the market aimed at kids brought up on their mothers' fruity-florals during the 2000s.

It's really OK for a tropical composition, with a vanilla embrace that is immersed in clean, creamy musk. Soft really, and very inoffensive — airy, never too much, but in a way this negates the brand ethos. So there you have it: A bit not good in a rather predictable mix. If you awaited Lilith, she's not coming to dinner...

Friday, October 15, 2021

Stylistic Collaboration from Gucci & Comme des Garcons

Have you ever wondered what would happen if two brands collaborated to produce something unique to both, with the emblems of them both, and, well, aiming at both their demographics? This is what happened with the latest collaboration from Gucci and Comme des Garçons who are pleased to announce the third and latest shopper resulting from their partnership.

The limited-edition tote represents the perfect embodiment of two mutually distinctive aesthetics driven by the desire to explore innovative visions. In keeping with previous editions, the new tote features the classic Comme des Garçons shopper style in a new black colorway, personalized with Gucci’s signature vertical Web stripe. Made in Japan, the new shopper is a characterful everyday basic. 

Looks like a practical holiday gift too, doesn't it?

The Gucci x Comme des Garçons shopper will be available Friday, October 15th at all Dover Street Market locations as well as selected Comme des Garcons stores worldwide. In addition, the tote will be sold through the DSM E-SHOP and for $525.

Wednesday, October 6, 2021

Η ζωή ενός ταπεινού, αλλά ουχί ταπεινόφρονος, συλλέκτη


Η ζωή ενός ταπεινού, αλλά ουχί ταπεινόφρονος, συλλέκτη.

από την Έλενα Βοσνάκη

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άνθρωπας. Με τα καλά του και με τα κακά του, και με τις αδυναμίες και τα τρωτά που όλοι οι άνθρώπες έχουν από κτίσεως Εδέμ και δώθε. Εμείς.

Μία πρωία που τα πουλάκια κελαηδούσαν ιδιαίτερα εύηχα κι η πλάση υποσχόταν είτε την μαγική Εδέμ ξανά από την αρχή, ή την τέλεια καταιγίδα μετά από άμετρο πόνο, ο άνθρωπας τέντωσε την πιασμένη του ραχοκοκκαλιά και πιάστηκε από το πρώτο πράγμα που κύλισε σαν βάλσαμο στις πληγές του ή σαν λόγια ερωτευμένου στ'αυτιά του. Θες ήταν μια Ducati σε θεϊκά μπεζόχρυσα καμπύλα κυβικά που στραφτάλιζαν κάτω από τον ήλιο, θες ήταν ένα κόμικ με ένα τυπά που πυροβολούσε γρηγορότερα κι απ'την σκιά του που του'κλεισε το μάτι μαγκιόρικα, θες ήταν ένα ελιξίριο μέσα σε ένα μυστηριώδες μπουκάλι που ξεπρόβαλλε σαν το τζίνι, με κάθε εισπνοή υποσχόμενο όχι τρεις επιθυμίες, αλλά χίλιους και τρεις σεβντάδες με ένα φσσσσς!

Μικρή σημασία έχει τι έπιασε τον άνθρωπα από τα πέτα. Τον έπιασε πάντως κι εκείνος άκουσε. Αφουγκράστηκε τον παλμό και μέθυσε. Και είπε "εδώ είμαστε γιαβρί μου!". Έπαθε έναν έρωτα όλο τρέλλα. Νόμισε πως στο μάθεμα του έρωτα η επαναληπτικότητα θα τροφοδοτήσει την αγάπη του ως τα ουράνια. Να γίνει σκάλα να πιάσει τον θεό και να τον φέρει τούμπα και να του πει "δεν στά'πανε καλά κι έλα εδώ να δεις το μεγαλείο".

Ζούσε έτσι ηδονικά κι υπερβατικά για κάμποσο διάστημα. Ώσπου να στραγγίξει το ελιξίριο από ένα, δύο, τρία μεθυστικά μπουκάλια πανομοιότυπα αδερφάκια που στέκονταν σούζα στην εταζέρα ψιθυρίζοντας λόγια απορίας τα βράδια αναμεταξύ τους. "Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη; Κανένα στόμα δεν το'βρε και δεν το'πε ακόμα". Όπως λέει και το παλιό το άσμα.

Ώσπου ένα απόγευμα ένα άλλο ελιξίριο βρέθηκε να τους συντροφεύει στην εταζέρα και η λαλιά τους τούς κόπηκε μαχαίρι.

Αυτό ήταν! Ένας παρείσακτος. Ένας σπιούνος. Ένας κουΐσλινγκ είχε παρεισφρύσει στις τάξεις τους. Έπρεπε να το περιμένουν... Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα κι ο έρωτας γιατροπορεύεται με έρωτα.

Το νέο αρωματικό ελιξίριο δεν είχε τις χάρες του παλιού. Όχι. Είχε όμως έναν αέρα. Μια αύρα. Έναν κόμψο που διέφευγε του γνώριμου. Ήταν αυτό που άρπιζε στις μελωδίες των σειρήνων που έλεγαν "έεεεεελα, έεεεεελα μαζί μας άνθρωπα, ζεις για να δοκιμάζεις, πώς θα ξέρεις ποιά ξηρά είναι η πιο πράσινη αν δεν τις έχεις δοκιμάσει όλες; έεεεεεελα, έεεελα στον παφλασμό των κυμάτων κι αφέσου να σε νανουρίσουμε στην αρωματική μας αγκαλιά". Αυτά έλεγε το μπουκαλάκι το νέο λυγώντας τον μακρύ λαιμό του με νάζι και μ' αποθυμιά. Κι η μυρωδιά, το άρωμα, σαν σε αμπάρι σε παλιό σκαρί γεμάτο με όλα τα βάλσαμα της υδρογείου κι ακόμα παραπέρα...

Κι ο άνθρωπας υπέκυψε γιατί τι άνθρωπας θα ήταν αν δεν υπέκυπτε άλλωστε.

Κι ο κήπος των πρωτόπλαστων απομακρυνόταν σαν τα δέντρα του Ταντάλου. Κι η υπόσχεση για πλήρωση και για κορεσμό απομακρυνόταν με κάθε νέο μπουκαλάκι άρωμα. Κάθε νέο απόκτημα είχε την ηδονική γητειά στα χείλη του υπεσχημένη για ευμορφιά, για χάρη, για την μοναδική την ατελεύτητη την αγάπη την θεία που ξεχειλίζει από τους ουρανούς και φέρνει πίσω τα μικράτα, τις αναμνήσεις μας: τους αγαπημένους, τις πρώτες μας μελαγχολίες και τα πρώτα μας φιλιά, τον φίλο μας τον Σοφοκλή που έφυγε Αυστραλία και μήτε που τον ξανάδαμε, τα εφηβικά τα πάρτυ στην παραλιακή, τα άγρια ροκ και τους μπαξέδες που μοσχοβολούσαν γιασεμί, την καθηγήτρια με το μωβ μαλλί και το νύχι το μακρύ που μύριζε φαρμακίλα, τα πρώτα λεφτά που τά'στρωσε ψυγείο ν'αγοράσει, τα λάστιχα που λιώνανε στην εθνική τα χιλιόμετρα να καταπίνουν προς έναν προορισμό καινούργιο...

Κάθε μπουκαλάκι μια υπόσχεση. Κάθε μπουκαλάκι και μια διάψευση. Κάθε μπουκαλάκι ένας έρωτας και μια εφήμερη πατρίδα που όλο ξεμακραίνει.

Γιατί φεύγει όσο το κυνηγάω;

Και στο κυνήγι αυτό ήρθε μια μέρα του άνθρωπα ο κορεσμός και η θλίψη. Ακόμα και τα ζώα θλίβονται μετά την συνουσία. Κι άφησε τα μπουκαλάκια που ως τότε τα ξεσκόνιζε και τα περιποιούνταν να πιάσουν σκόνη και να μείνουν αγιάτρευτα σε ένα ανήλιαγο μπουντρούμι. "Μην μου μιλάτε για καλοκαίρια και χειμώνες. Μην φέρνετε άλλο στο νου μου όσα χαθήκαν πια για πάντα.", σκέφτηκε κι ίσως ψιθύρισε κάποια στιγμή σηκώνοντας τα κουτιά στο πατάρι.

Και έθαψε την εφηβεία του και την νεότητά του, και την πένθησε όπως αρμόζει σε τέτοια πράγματα να πενθούνται.

Κι έπειτα μια άλλη πρωία, πολύ καιρό μετά, αλλά πολύ, που ήταν δροσερή κι είχαν όλα λουστεί στο καθάριο νερό της βραδινής μπόρας, κι όλα στραφτάλιζαν με κείνη την πράσινη αιχμηρή διαύγεια που έχουν τα εγγλέζικα καλοκαίρια, ξύπνησε ο άνθρωπας και του έλειψε εκείνο το κελαρυστό το γέλιο που έκανε όταν ο ήχος του φφφφφςςςς χτυπούσε στο λαιμό και στο στέρνο. Του έλειψε, όπως του χαροκαμένου που έχει πια πάρει απόφαση πως άλλη ζωή δεν έχει. Και παίρνει απόφαση να ζήσει.

Και σηκώθηκε κριτς κρατς σκουριασμένος ο άνθρωπας και θυμήθηκε τ'αρώματα στο πατάρι. Και τις γητειές τους. Και νοστάλγησε και την πρώτη του την αγάπη που δεν ξεχνιέται ποτέ. Και την αναζήτησε σε άλλα χέρια. Σε άλλες αγκαλιές. Και ερωτεύτηκε και πάλι από την αρχή. Και αυτή την φορά το πήρε αλλιώς κι αλλιώτικα και πασαλιμανιώτικα για να γλυτώσει την λογική του την μισή. Κι είπε: "Ως εδώ και θα πορευθώ σε τούτη την ζωή με λίγα αλλά αληθινά. Μακριά από μένα οι σειρήνες και οι Λαιστρυγόνες και η Κίρκη με τα φαρμάκια της. Καπνό θα δω από της καλύβης μου την τίμια καμινάδα". Και επέστρεψε.

Για να βρει την Πηνελόπη αλλαγμένη. Μαδημένη. Με χέρια πόδια να της λείπουν από τις αλλαγές. Τις αναμνήσεις να μην μπορούν να βρουν το πρώτερο το σχήμα και να πασχίζει να τους δώσει μορφή σαν άλλοτε...

Όμως άλλοτε δεν έχει πια. Και ο Οδυσσέας αναγκαστικά παίρνει το κουπί* και ψάχνει την γη που δεν θα το αναγνωρίσουν ως κουπί και θα το πούνε λυχνιστήρι. Κι εκεί θα ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του ξανά σαν άλλος, σε ένα ατέλειωτο ταξίδι στις αισθήσεις και στις εμπειρίες. Στα αρώματα της ψυχής του.


*Από την γνωστή ιστορία του Οδυσσέα που μετά την μνηστηροφονία ξεκινάει για νέες περιπέτειες με τον κουπί στον ώμο όπως του παρήγγειλαν οι θεοί.

Και με προσωπικό θαυμασμό στο ποίημα:

Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη ;
Ένα κουπί ποιος φύτεψε σε θερισμένο κάμπο ;
Πουλιά το βλέπουν στεριανά και το περνούν για σκιάχτρο.
Πάνε δειλά ’πο πιο κοντά, το λένε λιχνιστήρι.
Κι ένας αετός που πέρναγε τον πιάσανε τα γέλια.
Καλά το είπατε πουλιά πως είναι λυχνιστήρι.
Λιχνίζει κύματ’ αρμυρά στ’ αλώνια του πελάγου.
Πίσω να πάει τ’ άχερο μπροστά ο καρπός να πέσει,
Πίσω να παν μέρες πικρές, μπροστά να δεις πατρίδα.
Τ’ ονοματίζουνε κι αλλιώς : του καραβιού φτερούγα.
Κι όσοι θαλασσοδέρνονται το λεν δεξί τους χέρι.
Μ’ αυτός που τό ’φερ’ ώς εδώ στον ώμο κουβαλώντας,
Όσο μπορούσε πιο μακριά ’π’ τη θάλασσα τη χέρσα,
Και τό ’μπηξε βαθιά σε γης π’ αδιάκοπα γεννάει,
Το λέει σταυρό στο μνήμα του : εκεί να τόνε θάψουν.

Ο νερόμυλος, 1998

{Διονύσης Μενίδης "Σπουδή Θανάτου"}


Wednesday, August 4, 2021

Graham & Pott Imperial Amber: fragrance review

 Imperial Amber is the sort of fragrance one would expect from a truly established, traditional parfumerie, that catered to a refined aesthetic and discerning customers. The name itself is revealing. And Graham & Pott, though recently evolved in perfumery itself, being a cloth manufacturing company established in 1890, stroke gold with it. The scent of Imperial Amber juxtaposes contrasting layers of bright and sparkling citruses (bergamot and grapefruit, to be specific), vibrant flowers combined with a rich oud accord, and a spicy and sweet cinnamon note laid on a warm and deep base of amber, patchouli, and cedarwood.

Amber is probably the world's oldest mystical, orientalized blend.  Its transliteration into fragrance can take sweet and resinous, almost powdery soft scent tonalities, or instead it can veer into salty and animalic-smelling. On that score, it might interest you to read our definitive article on the differences between amber and ambergris linked here

The sweetish combination of labdanum resinoid and vanilla can soften the harsher notes of oudh (also known as aloeswood or agarwood, a prized material coming from the fungus of the aquillaria tree). The classic example of woods softened by amber chords is in Chanel's perfume Bois des Iles. And though I never expected oudh to become soft and pliant, the note itself being musty and rather demonically complex in its raw form, it seems like Graham & Pott managed to accomplish just that delicious effect of softened woods, deepening the chord, giving it spicy piquancy, and sweetening it just so, rendering a wonderful oriental composition that makes you close your eyes and swoon in pleasure. It melts on the skin, imparting a delicious aura that is haunting.

The Graham & Pott brand is one of those historical houses which evolved into fragrance making, attending to the art of perfumery in a changing world that demands pleasure and exquisite detail from the moments that define our being. A haut-de-gamme parfumerie.

 The wonderful deep orange of the packaging also recalls the momentous moment of inspiration, from the scented paper that would fold the precious cloths; orange-y like the finest homemade marmalade. The cartons and insides are deliciously beckoning, with their rich, saturated hues of this sunny color, inviting to fondle, to caress the heavy glass bottles with their streamlined contours. 2019 saw the introduction of Noble Vicuna and White Sable, imagined from the furs of animals now protected, while in 2020, the firm launched Royal Llama and White Vicuna Parfum. The year 2021 sees the launch of Imperial Amber, Mon Jasmin, and Ruby Staple, inspired by rubies.

Graham & Pott Imperial Amber is available as a 50ml Parfum (with amazing persistence on the skin, easily an entire day and night) at the price of 305 Pounds and as a 100ml Parfum at the price of 395 Pounds through the Graham & Pott official website.


Thursday, July 15, 2021

Pierre Cardin: Choc de Cardin, Paradoxe, and Rose Cardin fragrance reviews

  Regarding Pierre Cardin fragrances, his first officially documented release has been Pierre Cardin pour Monsieur in 1972 and Cardin for women (Cardin de Pierre Cardin) in 1976. However the official Pierre Cardin website does not mention them and begins the story from Choc de Cardin. Now that the great designer has passed, they will be the subject of speculation and furtive bidding wars on auction sites. Celebrated for his avant-garde style and Space Age designs which, alongside those of Courreges and Paco Rabanne, Cardin catapulted the fashions of the 1960s, and partly made that decade what it is.

Choc de Cardin in 1981 was indeed for many their first distinct memory of a Cardin-signed scent. The evolution of a citrus cologne given a shadowy chypre mantle in the way of Diorella and Le Parfum de Thérèse, Choc is neither shocking, nor chocolate-evoking; it's as French as it possibly gets, and in many ways "a forgotten masterpiece" worth hunting down. Seriously, if only warm weather fragrances were that nuanced and that balanced nowadays.

 Rose Cardin from 1990 also has many fans. Indeed the latter is among the few rose-centric fragrances which has something to draw me in, maybe because it does what niche fragrances today do at tenfold the price. Created by the same perfumer who gave us Choc de Cardin, Françoise Caron, it's noted for its sureness of execution more than its innovation. The rose is fanned on coriander, which puts a fresh and rather soapy spin on the blossom's nectar, and on patchouli, which makes it seem like it's endlessly unfurling, but softly, not angularly, with a smidgen of incense and musk.

In the meantime, in 1983 Paradoxe by Cardin was launched. This was a sandwich of two main ideas by Raymond Chaillan, who also created Givenchy III: the fresh, sour and bitterish top note of galbanum and green gardenia, and the animalic-leather growl coming up from the base in between lovely florals, all womanly and plush. It's enough to make a (chypre loving) girl dream.

As my colleague Miguel put it, "Paradoxe is an assertive chypre and it's almost an academic example of that style. From the top we get a freshness that is aldehydic, green and citrusy. The galbanum note is very evident and grounds a certain fizziness from the aldehydes and bergamot.[...] This is not a powdery scent at all. It is crisp, transparent and angular. This angular aspect is worked mostly through the hardness of the somewhat ashy base notes."

These are fragrances that collective memory passed them by, but they need to be rediscovered.


This Month's Popular Posts on Perfume Shrine